Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2010

Ηλεκτρονικά Περιοδικά


Θα θέλατε να δημιουργήσετε ηλεκτρονικά περιοδικά, αλλά διστάζατε; 'Οχι πια! Στην παρακάτω διεύθυνση μπορείτε να το κάνετε....και δωρεάν!
www.yudu.com

Γιατί χρειάζεται να διδάσκουμε την τεχνολογία στο σχολείο

Υλικό για Φιλολόγους

ylikope02

Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

Πρόγραμμα Δημιουργίας Χαρτών

Αν και σας το έστειλα με e-mail, σας δίνω κι εδώ τη διεύθυνση http://www.primap.com/en/index.html , απ' όπου μπορείτε να κατεβάσετε ένα πρόγραμμα δημιουργίας χαρτών, χρήσιμο στην ιστορία, και όχι μόνο.

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Εγκατάσταση της περιπέτειας των λέξεων

με οδηγίες για αποσυμπίεση αρχείων από εικονικό δίσκο.

Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010

Δημοσιεύσεις από το YOUTUBE

Θαυμάσιες επιλογές Βούλα, και τα μουσικά και το λογοτεχνικό.
Με την ευκαιρία σας δείχνω ένα μικρό tutorial του πως ανεβάζουμε στο blog βίντεο από το youtube.


Αλλαγή στοιχείων στο Β επίπεδο

Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010

ΚΙ ΑΛΛΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

http://www.youtube.com/watch?v=kCSdz2hM_o4

ΜΟΥΣΙΚΗ

http://www.youtube.com/watch?v=t936rzOt3Zc

Καλό Πάσχα σε όλους!

Αν υπάρχουν εικόνες στο συνημμένο αρχείο, δε θα εμφανιστούν. Λήψη του αρχικού συνημμένου αρχείου

λέξανδρος Παπαδιαμάντης - Χωρς στεφάνι

Τάχα δν τον οκοκυρ κι ατ στ σπίτι της κα στν αλήν της; Τάχα δν το κι ατ ναν καιρν νέα μ νατροφήν; Εχε μάθει γράμματα ες τ σχολεα. Εχε πάρει τ δίπλωμά της π τ ρσάκειον.

Κι τήρει λα τ χρέη της τ κοινωνικά, κα μετήρχετο τ οκιακ ργα της καλλίτερ᾿ π καθεμίαν. Εχε δ μεγάλην καθαριότητα ες τ σπίτι της, κι ες τ κατώφλιά της, πρόθυμη ν᾿ σπρίζ κα ν σφουγγαρίζ, χωρς ποτ ν βαρύνεται κα χωρς ν δεικνύ τν παραξενιν κείνην,τις εναι συνήθης ες λας τς γυνακας, τς γαπώσας μέχρις περβολς τν καθαριότητα. Κα ταν μβαινεν Μεγάλη βδομάς,διπλασίαζε τ σπρίσματα κα τ πλυσίματα, τόσον, πο καμνε τ πάτωμα ν᾿ στράφτ κα τν τοχον ν ζηλεύ τ πάτωμα.

ρχετο Μεγάλη Πέμπτη κα ατ ναφτε τ φωτιάν της, στηνε τν χύτραν της, κι βαφε κατακόκκινα τ πασχαλιν αγά. στεροντοίμαζε τν λεκάνην της, γονάτιζεν, σταύρωνε τρες φορς τ᾿ λερι κι ζύμωνε καθαρ κα τεχνικ τς κουλορες, κι νέπηγε σταυροειδςπάνω τ κόκκινα αγά. Κα τ βράδυ, ταν νύχτωνε, δν τόλμα ν πάγ ν᾿ νακατωθ μ τς λλας γυνακας, δι ν κούση τ Δώδεκα Εαγγέλια. θελε ν τον τρόπος ν κρυβ πίσω π τ ντα καμις ψηλς κα χονδρς ες τν κραν ορν λου το στίφους τν γυναικν, κολλητ μ τν τοχον, λλ᾿ φοβετο, μήπως γυρίσουν κα τν κοιτάξουν.

Τν Μεγάλην Παρασκευήν, λην τν μέραν, ρρέμβαζε κι κλαιε μέσα της, κι μοιρολολοσε τ νιάτα της, κα τ φίλτατά της, σα εχε χάσει, κα νειρεύετο ξυπνητή, κι μελετοσε ν πάγ κι ατ τ βράδυ, πρν ρχήση κολουθία, ν᾿ σπασθ κλεφτ κλεφτ τν πιτάφιον, καν φύγ, καθς Αμόρρους κείνη, κλέψασα τν ασίν της π τν Χριστόν. λλ τν τελευταίαν στιγμήν, ταν ρχιζε ν σκοτεινιάζ, τςλλειπε τ θάρρος κα δν πεφάσιζε ν πάγ. Τς ρχετο παλμός.

ργ τν νύκτα, ταν ερ πομπή, μετ σταυρν κα λαβάρων κα κηρίων, ξήρχετο το ναο, ν μέσ ψαλμν κα μολπν κα φθόγγων,ναλλξ τς μουσικς τν ρφανν Χατζηκώστα, κα θόρυβος κα πλθος κα κόσμος ες τ σκιόφως πολύς, τότε Γιαμπής, πίτροπος, προέτρεχεν ν φθάση ες τν οκίαν του, δι ν φορέσ τν μεταξωτν κεντητόν του σκοφον, κα κρατν τ λέκτρινον κομβολόγιόν του νξέλθ ες τν ξώστην μ τ ματαιουμένην π τους ες τους λπίδα, τι ο ερες θ πεφάσιζον ν κάμουν στάσιν κα ν᾿ ναπέμψουν δέησιν π τν ξώστην του, τότε κα πτωχ ατή, Χρηστίνα Δασκάλα (πως τν λεγαν ναν καιρν ες τν γειτονιάν), ες τ μικρν παράθυρον τς οκίας της, μισοκρυμμένη πισθεν το παραθυροφύλλου, κράτει τν λαμπαδίτσαν της, μ τ φς σα μ τν παλάμην της, κιρριπτεν φθονον μοσχολίβανον ες τ πήλινον θυμιατόν, προσφέρουσα μακρόθεν τ μύρον ες κενον, στις δέχθη ποτ τ ρώματα κατ δάκρυα τς μαρτωλο, κα μ τολμώσα γγύτερον ν προσέλθη κα σπασθ τος χράντους κα λοτρήτους κα αμοσταγες πόδας Του.

Κα τν Κυριακν τ πρωί, βαθι τ μεσάνυκτα, στατο πάλιν μισοκρυμμένη ες τ παράθυρον, κρατοσα τν νωφελ κα λειτούργητην λαμπάδα της, κα κουε τς φωνς τς χαρς κα τος κρότους κι βλεπε κι ζήλευε μακρόθεν κείνας, που πέστρεφαν τρέχουσαι, φροφρού, π τν κκλησίαν, φέρουσαι τς λαμπάδας των λειτουργημένας, ναμμένας, ως τ σπίτι, ετυχες, κα μέλλουσαι ν διατηρήσωσι δι᾿λον τν χρόνον τ γιον φς τς ναστάσεως. Κα ατ κλαιε κι μοιρολογοσε τ φθαρεσαν νεότητά της.

Μόνον τ πόγευμα τς Λαμπρς, ταν σήμαινον ο κώδωνες τν ναν δι τν γάπην, τ Δευτέραν νάστασιν καλούμενην, μόνον τότετόλμα ν ξέλθ π τν οκίαν, θορύβως κα λαφρ πατοσα, τρέχουσα τν τοχον - τοχον, κολλώσα π τοχον ες τοχον, μ σχμα κα μτρόπον τοιοτον ς ν μελλε ν εσέλθ διά τι θέλημα ες τν αλν καμμις γειτονίσσης. Κα π τοχον ες τοχον φθανεν ες τ βόρειον πλευρν το ναο, κα δι τς μικρς πλαγινς θύρας, κρυφ κα κλεφτ μβαινε μέσα.

Ες τς θήνας, ς γνωστόν, πρώτη νάστασης εναι γι τς κυράδες, δευτέρα γι τς δολες. Χρηστίνα Δασκάλα φοβετο τς νύκτας ν πάγ ες τν κκλησίαν, μήπως τν κοιτάξουν, κα δν φοβετο τν μέραν ν μ τν δον. Διότι ο κυράδες τν κοίταζαν, ο δολες τνβλεπαν πλς. Ες τοτο δ νεύρισκε μεγάλην διαφοράν. Δν θελε δν μποροσε ν ρχεται ες παφν μ τς κυρίας, κα πεβιβάζετο ες τν τάξιν τν πηρετριν. Ατη το τύχη της.

ραον κα πολ ζωντανόν, κα γραφικν κα παρδαλόν, το τ θέαμα. Ο πολυέλαιοι λόφωτοι ναμμένοι, α γιαι εκόνες στίλβουσαι, οψάλται ναμέλποντες τ Πασχάλια, ο παπάδες στάμενοι μ τ Εαγγέλιον κα τν νάστασιν π τν στέρνων, τελοντες τν σπασμόν.

Ο δολες μ τς κορδέλας των κα μ τς λευκς ποδις των, μοίραζαν βλέμματα δεξι κι ριστερά, κα φλυάρουν πρς λλήλας χωρς νπροσέχουν ες τν ερν κολουθίαν. Ο παραμάννες δήγουν π τν χερα τριετ κα πενταετ παιδία κα κοράσια, τ ποα κράτουν τς χρωματιστς λαμπάδας των, κι καιον τ χρυσόχαρτα, μ τ ποα σαν στολισμέναι, κι παιζαν κι μάλωναν μεταξύ των, κι ζητοσαν νκαύσουν πισθεν τ μαλλι το πρ ατν σταμένου παιδίου. Ο λοστροι ρριπτον πυροκρόταλα ες πολλ γνωστα μέρη, ντς το ναοκα κατετρόμαζον τς δολες. μοναδικς στυφύλαξ τος κυνηγοσεν, λλ᾿ ατο φευγον π τν μίαν πλαγινν θύραν κι εθςπανήρχοντο δι τς λλης. Ο πίτροποι γύριζον τος δίσκους, κι ρραινον μ νθόνερον τς παραμάννες.

Δυ τρες νεαρα μητέρες τς κατωτέρας τάξεως το λαο, πτ κτ παραμάννες κρατοσαν πεντάμηνα κα πτάμηνα βρέφη ες τγκάλας. Τ μικρ νοιγον τεθηπότα τος γλυκες φθαλμούς των, βλέποντα πλήστως τ φς τν λαμπάδων, τν πολυελαίων καμανουαλίων, τος κύκλους κα τ νέφη το νερχομένου καπνο το θυμιάματος, κα τ κόκκινον κα πράσινον φς, τ δι τν άλων τοναο εσερχόμενον, τ νεμίζον ράσον το κκλησιάρχου καλογήρου, τρέχοντος, μέσα - ξω ες διάφορα θελήματα, τ γένεια τν παπάδων, σειόμενα ες πσαν κλίσιν τς κεφαλς, ες πσαν κίνησιν τν χειλέων, δι ν παναλάβουν ες λους τ Χριστς νέστη. Βλέποντα καθαυμάζοντα λα σα βλεπον, τ στίλβοντα κομβία κα τ στριμμένα μουστάκια το στυφύλακος, τος λευκος κεφαλοδέσμους τν γυναικν, κα τος στοίχους τν λλων παιδίων, σα σαν ραδιασμένα γγς κα πόρρω, παίζοντα μ τος βοστρύχους τς κόμης τν βασταζουσν, κα ψελλίζοντα νάρθρους γγελικος φθόγγους.

Δυ κτάμηνα βρέφη ες τς γκάλας δυ νεαρν μητέρων, ατινες σταντο μον μ μον πλησίον μις κολώνας, μόλις εδαν τ ν τ λλο, κα πάραυτα γνωρίσθησαν κα συνψαν σχέσεις, κα τ ν, ραον κα καλν κα εθυμον, τεινε τ μικρν παλν χερα του πρς τ λλο, κα τ ελκε πρς αυτό, κα ψέλλιζεν καταλήπτους ορανίους φθόγγους.

λλ᾿ φων το βρέφους το λιγεία, κα κούσθη εκρινς κε γύρω, κα Γιαμπής, πίτροπος, δν γάπα ν᾿ κού θορύβους. Ες λας τς νυκτερινς κολουθίας τν Παθν, πολλάκις εχε περιέλθει τς πυκνς τν γυναικν τάξεις, δι ν πιπλήττ πτωχν τίνα μητέρα τολαο, διότι εχε κλαυθμυρίσει τ τεκνίον της. διος τρεξε κα τώρα, ν πιτιμήσ κα ατν τν πτωχν μητέρα, δι τος κάκους ψελλισμος το βρέφους της.

Τότε Χρηστίνα Δασκάλα τις στατο λίγον παρέκει, πίσω π τν τελευταον κίονα, κολλητ μ τν τοχον, σύρριζα ες τν γωνίαν,σκέφθη κουσίως της - κα τ σκέψθη χι ς δασκάλα, λλ᾿ ς μαθς κα νόητος γυν πο τον - τι, καθώς, ατ νόμιζε, κανείς, ς εναι κα πίτροπος ναο, δν χει δικαίωμα ν πιπλήξ πτωχν νεαρν μητέρα, δι τος κλαυθμυρισμος το βρέφους της, καθς δν χει δικαίωμα ν τν ποκλείσ το ναο, διότι χει βρέφος θηλάζον. Καθημερινς δν μεταδίδουν τ θείαν κοινωνίαν ες νήπια κλαίοντα; Καπρέπει ν τ ποκλείσουν τς θείας μεταλήψεως, διότι κλαίουν; ως πότε λη αστηρότης τν «ρμοδίων» θ διεκδικται κα θξεθυμαίν μόνον ες βάρος τν πτωχν κα τν ταπεινν;

κ το μικρο τούτου περιστατικο λαβεν φορμν Χρηστίνα ν νθυμηθ, τι πρ χρόνων, μίαν νύκτα, κατ τν ψωσιν το Σταυρο,ταν πγε ν κκλησιασθ ες τν ναΐσκον το γίου λισσαίου, παρ τν Πύλην τς γορς, ν ναγνώστης λεγε τν πόστολον, τανπήγγειλε τς λέξεις «τ μωρά του κόσμου ξελέξατο Θεός», αφνης, κατ θαυμασίαν σύμπτωσιν, π τν γυναικωνίτην ν βρέφος ρχιζε ν ψελλίζ μεγαλοφώνως, μιλλώμενον πρς τν φωνν το ναγνώστου. Κα ποίαν γλυκύτητα εχε τ παιδικν κενο κελάδημα! Τόσονραον πρέπει ν το τ σαννά, τ ποον ψαλλον τ πάλαι ο παδες τν βραίων πρς τν ρχόμενον Λυτρωτήν. «κ στόματος νηπίων κα θηλαζόντων καταρτίσω ανον, νεκα τν χθρν σου, το καταλύσαι χθρν κα κδικητήν».

Τοιατα νελογίζετο Χρηστίνα, σκεπτόμενη, τι καμμία μήτηρ δ θ το τόσον φιλότιμος, στε ν μ στενοχωρται, κα ν μ σπεύδ νκατασιγάσ τ βρέφος της, κα ν μ παρακαλ ν᾿ νοιχθ πλησίον της ες τν τοχον δι θαύματος θύρα, δι ν ξέλθ τ ταχύτερον. Περιττα δ σαν α νουθεσίαι το πιτρόπου, πρόσθετον προκαλούσαι θόρυβον, κα φο πρς βρέφος θηλάζον λα τ συνήθη μέσα τς πειθος εναι νίσχυρα, μόνη δ μήτηρ εναι κάτοχος λλων μέσων πειθος, τ χρσιν τν ποίων περιττν ν λθ τρίτος τις δι ν τς τνπενθυμίσ. Κι πειτα λέγουν τι ο νδρες χουν περισσότερον μυαλ π τς γυνακας!

Οτω φρόνει Χρηστίνα. λλ τί ν επ; Ατς δν τς πεφτε λόγος. Ατ τον Χρηστίνα Δασκάλα, πως τν λεγαν ναν καιρόν. Παιδία δν εχε, δι ν φοβται τς πιπλήξεις το πιτρόπου. Τ παιδία της τ εχε θάψει, χωρς ν τ χ γεννήσει. Κα νρ τν ποον εχε, δν το σύζυγός της.

σαν νδρόγυνον χωρς στεφάνι.

Χωρς στεφάνι! πόσα τοιατα παραδείγματα!

λλ δν πρόκειται ν κοινωνιολογήσωμεν σήμερον. λλείψει μως λλης προνοίας, χριστιανικς κα θικς, δι ν εναι τουλάχιστον συνεπες πρς αυτος κα λογικοί, ν ψηφίσωσι τν πολιτικν γάμον.

π τν καιρν πο εχεν νάγκην π τς συστάσεις τν κομματαρχν δι ν διορίζεται δασκάλα, ες τν κομματαρχν τούτων, Παναγς Ντεληκανάτας, ταβερνιάρης, τν εχεν κμεταλλευθ. μα λλαξε τ πουργεον, κα δν σχυε πλέον ν τ διορίσ, τς επεν:

- λα ν ζήσουμε μαζύ, κα ργότερα θ σ στεφανωθ.

- Πότε;

- Μετ᾿ λίγους μνας, μετ ν ξάμηνον, μετ να χρόνον.

κτοτε παρλθον χρόνοι κα χρόνοι, κι κενος κόμα εχε μαρα τ μαλλι κι ατ εχεν σπρίσει. Κα δν τν στεφανώθη ποτέ.

Ατ δν γέννησε τέκνον. κενος εχε κα λλας ρωμένας. Κι γέννα τέκνα μ ατάς.

ταλαίπωρος ατή, μανθάνουσα, πιπλήττουσα, διαμαρτυρομένη, πομένουσα, γκαρτεροσα παιρνε τ νόθα το στεφανώτου νδρός της ες τ σπίτι, τ θέρμενεν ες τν γκαλιάν της, νέπτυσσε μητρικν στοργήν, τ πονοσε. Κα τ νέσταινε, κι πάσχιζε ν τ μεγαλώση. Κα ταν γίνοντο δυ τριν τν, κα τ εχε πονέσει πλέον ς τέκνα της, τότε ρχετο Χάρος, συνοδευόμενος π τν στρακιάν, τν ελογιν κα λλας δυσμόρφους συντρόφους, κα τς τ παιρνεν π τν γκαλιά της.

Τρία τέσσερα παιδία τς εχαν ποθάνει οτω ντς πτ κτ τν. Κι ατ πικραίνετο. γήρασκε κα σπριζε. Κι κλαιε τ νόθα τουνδρός της, ς ν σαν γνήσια δικά της. Κι κενα τ πτωχά, τ μακάρια, περιίπταντο ες τ᾿ νθη το παραδείσου ν συντροφί μ τ᾿γγελούδια τ γχώρια κε. κενος οδ λόγον τς καμνε πλέον περ στεφανώματος. Κι ατ δν λεγε πλέον τίποτε. πέφερεν ν σιωπ.

Κι πλυνε κι συγύριζεν λον τν χρόνον. Τ Μεγάλην Πέμπτην βαπτε τ᾿ αγ τ κόκκινα. Κα τς καλς μέρας δν εχε τόλμης πρόσωπον νπάγ κι ατ ες τν κκλησίαν.

Μόνον τ πόγευμα το Πάσχα, ες τν κολουθίαν τς γάπης, κρυφ κα δειλ εσρπεν ες τν ναόν, δι ν᾿ κούση τ «ναστάσεωςμέρα» μαζ μ τς δολες κα τς παραμάννες.

λλ᾿ κενος, στις νέστη «νεκα ταλαιπωρίας τν πτωχν κα το στεναγμο τν πενήτων», στις δέχθη τς μαρτωλς τ μύρα κα τδάκρυα, κα το λστο τ Μνήσθητί μου, θ δεχθ κα ατς τς πτωχς τν μετάνοιαν, κα θ τς δώση χρον κα τόπον χλοερόν, κα νεσιν κα ναψυχν ες τ βασιλείαν Του τν αωνίαν.